ευρύστερνος

ευρύστερνος
ος , ον широкогрудый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ευρύστερνος" в других словарях:

  • Εὐρύστερνος — broad breasted masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρύστερνος — broad breasted masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευρύστερνος — η, ο (ΑΜ εὐρύστερνος, ον) αυτός που έχει πλατύ στέρνο, πλατύ στήθος, ο πλατύστερνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευρυ * + στέρνον] …   Dictionary of Greek

  • εὐρύστερνον — εὐρύστερνος broad breasted masc/fem acc sg εὐρύστερνος broad breasted neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐρυστέρνου — Εὐρύστερνος broad breasted masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυστέρνου — εὐρύστερνος broad breasted masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐρυστέρνους — Εὐρύστερνος broad breasted masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυστέρνους — εὐρύστερνος broad breasted masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐρυστέρνῳ — Εὐρύστερνος broad breasted masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυστέρνῳ — εὐρύστερνος broad breasted masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρύστερνα — εὐρύστερνος broad breasted neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»